|
ἡ στρατιά = ejército |
FICHA 20 | |
| ἡ στρατιά = ejército,
expedición τὸ στράτευμα, -ματος = ejército ὁ στρατός = ejército ὁ στρατιώτης = soldado ὁ στρατηγός = general στρατεύω = luchar, hacer una expedición τὸ στρατόπεδον = campamento στρατοπεδεύω = acampar | ||
| DERIVADOS | ||
|
-Estrategia
| ||