Clístenes

Διὰ μὲν οὖν ταύτας τὰς αἰτίας ἐπίστευεν1 ὁ δῆμος τῷ Κλεισθένει2· τότε δὲ τοῦ πλήθους3 προεστηκώς4, ἔτει5 τετάρτῳ6 μετὰ τὴν τῶν τυράννων κατάλυσιν7πρῶτον μὲν ἔνειμε8 πάντας εἰς δέκα φυλὰς ἀντὶ τῶν τεττάρων, ἀναμεῖξαι9 βουλόμενος. ἔπειτα τὴν βουλὴν10 πεντακοσίους11 ἀντὶ τετρακοσίων12 κατέστησεν13, πεντήκοντα14 ἐξ ἑκάστης φυλῆς. (Ἀριστοτέλης15)
(Doble espacio) 

     

NOTAS: 1. "confiar en" + dativo 2. ὁ Κλισθένης ους: "Clístenes" 4. Nom. sing. masc. del participio de perfecto de προίστημι: "ponerse al frente de" 5. τὸ ἔτος ους: "año" 6. "cuarto" 7. "liberación" 8. Aoristo sigmático de νέμω: "distribuir" 9. Infinitivo de aoristo de ἀναμείγνυμι: "mezclar" 10. "Consejo, Bulé" 11. "quinientos" 12. "cuatrocientos" 13. "cincuenta" 15 Aristóteles