Verbo irregular
εἶμι (ι-)
"ir"
INDICATIVO
IMPERATIVO
SUBJUNTIVO
OPTATIVO
INFINITIVO
PARTICIPIO
Presente
εἶμι
εἶ
εἶσι
ἴμεν
ἴτε
ἴασι
-
ἴθι
ἴτω
-
ἴτε
ἰόντων
ἴω
ἴῃς
ἴῃ
ἴωμεν
ἴητε
ἴωσι
ἴοιμι
ἴοις
ἴοι
ἴοιμεν
ἴοιτε
ἴοιεν
ἰέναι
NM
ἰών ἰοῦσα ἰόν
GN
ἰόντος ἰούσης ἰόντος
Pto. Imperf.
*
ᾖα
>
ᾔειν
*
ᾔεισθα
>
ᾔεις
*
ᾔειν
>
ᾔειν
*
ᾖμεν
>
ᾖειμεν
*
ἦτε
>
ᾔειτε
*
ᾖσαν
>
ᾔεσαν