Paradigma de masculino/femenino en -ο-ντ


ὁ γέρων (el anciano)

Singular

NOMINATIVO

ὁ * γέροντ > γέρων

ACUSATIVO

τὸν γέροντα

GENITIVO

τοῦ γέροντος

DATIVO

τῷ γέροντι

Plural

NOMINATIVO

οἱ γέροντες

ACUSATIVO

τοὺς γέροντας

GENITIVO

τῶν γερόντων

DATIVO

τοις *γέροντσι > γέρουσι