Paradigma de gutural
ὁ κόραξ
(el cuervo)
Singular
NOMINATIVO
ὁ
*
κόρακ-ς > κόραξ
ACUSATIVO
τὸν κόρακα
GENITIVO
τοῦ κόρακος
DATIVO
τῷ κόρακι
Plural
NOMINATIVO
οἱ κόρακες
ACUSATIVO
τοὺς κόρακας
GENITIVO
τῶν κοράκων
DATIVO
τοῖς
*
κόρακ-σι > κόραξι