Paradigma de gutural


ὁ κόραξ (el cuervo)

Singular

NOMINATIVO

*κόρακ-ς > κόραξ

ACUSATIVO

τὸν κόρακα

GENITIVO

τοῦ κόρακος

DATIVO

τῷ κόρακι

Plural

NOMINATIVO

οἱ κόρακες

ACUSATIVO

τοὺς κόρακας

GENITIVO

τῶν κοράκων

DATIVO

τοῖς *κόρακ-σι > κόραξι